Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

charter party


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο charter παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: party
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
charter n(organizational document)καταστατικό ουσ ουδ
  καταστατικός χάρτης επίθ + ουσ αρσ
 The club's charter was written by the founding members.
 Το καταστατικό του συλλόγου γράφτηκε από τα ιδρυτικά μέλη.
charter n(authorization document)καταστατικό ουσ ουδ
 A charter has been signed which authorizes the association to establish a new branch.
charter n as adj(boat, trip, etc.: chartered)μισθωμένος μτχ πρκ
  ναυλωμένος μτχ πρκ
 (πτήση)τσάρτερ επίθ άκλ
 The sports team hired a charter plane to take them to the match.
charter [sth] vtr(hire: vehicle, boat)ναυλώνω ρ μ
  μισθώνω ρ μ
  νοικιάζω ρ μ
 John chartered a boat for a fishing trip.
 Ο Τζον ναύλωσε ένα σκάφος για μια εκδρομή για ψάρεμα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
charter n(privilege)δικαίωμα ουσ ουδ
  προνόμιο ουσ ουδ
charter n as adj(school: that was chartered)μη διαθέσιμη μετάφραση
 A new charter school will open next year.
charter [sth] vtr(grant charter to [sth])ιδρύω με καταστατικό περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
boat charter n(act of hiring a water craft)ενοικίαση βάρκας περίφρ
  ενοικίαση σκάφους περίφρ
Σχόλιο: Η απόδοση εξαρτάται από το είδος του σκάφους και μπορεί να τροποποιηθεί κατά περίπτωση.
boat charter n(rental of a water craft)ενοικίαση βάρκας περίφρ
  ενοικίαση σκάφους περίφρ
Σχόλιο: Η απόδοση εξαρτάται από το είδος του σκάφους και μπορεί να τροποποιηθεί κατά περίπτωση.
charter flight n(privately-hired plane ride)ναυλωμένη πτήση, ιδιωτική πτήση φρ ως ουσ θηλ
  πτήση με ιδιωτικό αεροπλάνο φρ ως ουσ θηλ
Σχόλιο: τσάρτερ: ξενικό, άκλιτο
 The businessman didn't have time to wait for the scheduled flight, so he got his assistant to organize a charter flight.
charter flight n(seasonal plane route)πτήση τσάρτερ φρ ως ουσ θηλ
 The tour company offers charter flights between Pristina and Verona.
charter member n(founding member)ιδρυτικό μέλος ουσ ουδ
 Geraldine was a charter member of the organization.
charter school nUS (publicly funded autonomous school)ημι-ιδιωτικό σχολείο περίφρ
Σχόλιο: δεν υπάρχει αντιστοιχία
 Many charter schools have a better curriculum than public schools.
railroad charter nUS (authorization to operate a train company)ναύλωση σιδηροδρόμου φρ ως ουσ θηλ
royal charter n(authorization by the monarchy)βασιλικό διάταγμα επίθ + ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση charter party στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «charter party».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!